7 Ιουλίου 2014

μπλουμ.

Ξυπνάω, σηκώνομαι, κάνω γκελ 4.532 πόντων σε όλα τα δοκάρια του σπιτιού, βρίσκω το δρόμο για την κουζίνα, κντουπ, ξεχασμένο ανοιχτό ντουλάπι, κλειστά μάτια, καφές, ανοιχτά μάτια, συνειδητοποίηση επί του καναπέος, πεντάλεπτο απραξίας, ετοιμάζω κολυμβητικό σακβουαγιάζ, πλαστική σακούλα με γυαλιά και σκουφάκι, πλαστική σακούλα με καθαρά ρούχα, πλαστική σακούλα με βιβλίο, κινητό εισιτήριο, φοράω μαγιό, τσεκάρω είδωλο σε καθρέπτη, απογοήτευση, ντύνομαι, χαιρετώ ζυγαριά εκ του μακρόθεν. 

Αυτοκίνητο, προσπαθώ να ανοίξω πόρτα συνοδηγού χαλασμένη από εποχής Παλαιών Πατρών Γερμανού, κάνει νόημα να περιμένω να μου ανοίξει, περιμένω, μου ανοίγει, πρωί σκέφτομαι, πολύ πρωί, ίσα με το πολύ αργά των φοιτητών, σοκάκια, παράδρομοι και τσουπ, κεντρικός δρόμος.
Οι λατρεμένοι πρωινοί δρόμοι της Αθήνας πηγμένοι, με άρωμα οκτανίων και τηγανιτής ασφάλτου, συνοδευόμενοι από κόρνες, αποσκορακισμούς και αναφορές στα απόκρυφα σημεία μητέρων. Ψάχνω σταθμό στο ράδιο με μουσική, χωρίς εκφωνητές να αναλύουν το μουντιάλ, το νέο στριγκάκι γι' άνδρες και το χωρισμό εκλεκτού διασημοζεύγαρου, δε βρίσκω, κλείνω ραδιόφωνο, με τα πολλά φτάνω.

Κολυμβητήριο, ανοιχτό, περιτριγυρισμένο από γουοναμπί δέντρα που αμολούν τα εναπομείναντα φύλλα στον τσιμεντένιο βυθό, ώρα κοινού - κοινό από δύο έως εκατόν δύο χρονών, ηλικιακή, αθλούμενη σαλάτα- βγάζω πλαστικοποιημένο καρτελάκι εισόδου κι οδεύω προς το ορθογώνιο παραθυράκι της γραμματείας. Μπροστά μου δίμετρος, ηλιοκαμένος υπερτούμπανος, μήκος πλάτης ένα τσικ παραπάνω από από κάποιο οικοδομικό τετράγωνο, πασάρει καρτελάκι σε γραμματέα Α και καλημερίζει γραμματέα Α και Β, ξεστράβωμα αμφότερες οι γραμματείς, πρόσκληση για καφέ στα ενδότερα, ευγενική άρνηση υπερτούμπανου, σειρά μου τώρα, άχρωμη δήλωση: "το κολυμβητήριο Πέμπτη και Παρασκευή θα είναι ανοιχτό έως τη μία για το κοινό", αυτά.

Εισέρχομαι στο ένα από τα δύο αποδυτήρια γυναικών, το λιγότερο κουλ, εκεί που δεν έχει πρίζες για πιστολάκι στον τοίχο, αυτό που προτιμούν οι λιγότερο μοντέλες. Ο στενός διάδρομος μετά την είσοδο οδηγεί στα ντους, πέντε στήλες ντους στη μία πλευρά του τοίχου κι άλλες πέντε στην άλλη, κάτω από τις στήλες τέσσερα ζευγάρια βυζιά με σαπουνάδες. Συνεχίζουμε στο δωμάτιο με τους ξύλινους πάγκους, σάκοι σκόρπιοι κι αραχτοί σε διάφορα σημεία, μυρωδιά μούχλας ανακατεμένης με χλώριο και υγρασία. Αφήνω καπέλο καβουράκι, αποκαλύπτω αχτένιστο τριχωτό κεφαλής, αφαιρώ φόρεμα, μένω με το μαγιό, σκουφάκι θαλασσί αρένα και γυαλάκια καρφουρ, υποχρεωτική στάση στα ντους, ξέπλυμα, βγάνω στην πισίνα, αφαιρώ πολυχρησιμοποιημενη σαγιονάρα και
ΜΠΛΟΥΜ.

2 Ιουλίου 2014

30°C


ζέστη, θερμοκρασία που λιώνει το σώμα - η ζυγαριά διαψεύδει, απ' το μπαλκόνι βλέπεις μπαλκόνι με σκύλο, η απέναντι μαμά φωνάζει το γιο της και σε περίοδο διακοπών, τα γυφτάκια αλωνίζουν ξυπόλητα τους δρόμους και η κυρία Αλτς Χάημερ τα αποσκορακίζει, {φύσα με λίγο στο πρόσωπο} , ο καναπές διαμαρτύρεται, ζεσταίνεται λέει με τα καθωσπρέπει κουβερλιά, ο ανεμιστήρας πιστός σύντροφος στέλνει ανάσες,  ανοίγω το κρύο νερό - βγαίνει βραστό, {που είναι τα τζιτζίκια;}, ο ιδρώτας θερμαινόμενο μαργαριτάρι σε πρόσωπο, σώμα, ρούχα, πάτωμα,  κάνεις δουλειές, μπαίνεις για ντους, πας για ψώνια, μπαίνεις για ντους, ήρθε Ιούλης, μένεις στο ντους.
{που είσαι θάλασσα;}

25 Ιουνίου 2014

Ησαΐα χόρευε.

Μία ώρα κι ένα τέταρτο, τελικός απολογισμός διαδρομής. Φτάσαμε σε εκείνο το χωριό, το ζωσμένο από τα δέντρα που το γουγλε μαπς αρνούνταν να εντοπίσει. Την εκκλησία τη βρήκαμε εύκολα μιας και βρισκόταν πάνω στο μοναδικό δρόμο στον οποίο χωρούσε να περάσει αυτοκίνητο, αν και θα μπορούσαμε κάλλιστα να είχαμε ακολουθήσει τις αντανακλάσεις του ήλιου στα στρας και τις πούλιες των γυναικών. Τεντώσαμε τα φρεσκοπλυμένα σώματά μας, σινιάραμε τις τσαλακωμένες και ιδρωμένες εικόνες μας και σταθήκαμε έξω από την είσοδο της εκκλησίας. Σμίξαμε με συγγενείς που τελευταία φορά τους είχαμε δει σε κάποια κηδεία κι ανταλλάξαμε επιφανειακά νέα, συναντήσαμε άλλους των οποίων την ύπαρξη αγνοούσαμε εντελώς. 

Ο γαμπρός είχε φτάσει πριν λίγα λεπτά κι είχε πάρει τη θέση του στη καγκελωτή πόρτα μαζί με τον κουμπάρο που τον παρακινούσε να εξαφανιστεί όσο ακόμα ήταν καιρός, ενώ οι υπόλοιποι του πετούσαμε κοπλιμέντα τα οποία, παραδόξως, ίσχυαν. Κάπου τότε ήταν που ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με εκείνο το γουρλωμένο βλέμμα απορίας προσπαθώντας να καταλάβουμε τι έγινε όταν η γιαγιά πίσω μου μας εξήγησε γελώντας "έτσ' παντριβόμαστι ημεις ιδώ". Ακολούθησαν κι άλλες ριπές, περισσότερες αυτή τη φορά κι έπειτα μουσική, κλαρίνα, νταούλια που σιγά σιγά πλησίαζαν προς το μέρος μας. Από τη στροφή φάνηκε ένα μπουλούκι κόσμου, οι προπορευόμενοι χόρευαν στο ρυθμό που υπαγόρευαν οι μουσουργοί, πίσω τους μια νέα κοπέλα ντυμένη στα λευκά προχωρούσε πιασμένη αγκαζέ με το μικρό της αδερφό και πλήθος κόσμου ακολουθούσε την ιδιόμορφη λιτανεία χτυπώντας παλαμάκια. Πέντε -έξι μουσάτοι ύψωναν τα πιστόλια και βαρούσαν στον αέρα κι εμείς οι άμαθοι, σκύβαμε να καλυφθούμε από τα άσφαιρα πυρά. Όταν έφθασαν στο προαύλιο του ναού, παρέδωσαν τη νύφη με απανωτές πιστολιές και δάκρυα.

Τη σκυτάλη πήρε ο παππάς της ενορίας ο οποίος είχε φορέσει τα χρυσά του άμφια για την περίσταση. Οι σύλλογοι αθεϊστών, καπνιστών και λοιπών θρησκειών αποχώρησαν από το χώρο της τελετής και βγήκαν έξω να κουτσομπολέψουν τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των γύρω τους. Οι υπόλοιποι συγκέντρωσαν στις χούφτες τους ρύζι που θα αρκούσε να ταΐσει ένα μικρό χωριό της Αφρικής και περίμεναν το χορό του Ησαΐα. Ένα πιτσιρίκι που καθόταν μπροστά στο τέμπλο, συνομιλούσε με το μανουάλι και προσποιούμενος ότι κοινωνούσε, κρατούσε τη μαβιά βελουτέ κορδέλα που ήταν στερεωμένη στο μεταλλικό λαιμό, κάτω από το δίσκο με τα κεριά στο σαγόνι του, ύστερα σκούπιζε ευλαβικά τις άκρες των χειλιών κι ευχαριστούσε τον ανύπαρκτο παπά. Στο "η δε γυνή να φοβήται τον άντρα", η νύφη ξενύχιασε το δύστυχο γαμπρό, έχοντας τη σιγουριά των πιστολέρο συγγενών, εκείνος δε αρκέστηκε σε ύφος υποταγής και δε σχολίασε την καλόβουλη καζούρα των φίλων του. Προς το τέλος, όλοι μπήκαν στην εκκλησία για τον πρώτο επίσημο χορό του ζεύγους το οποίο συνοδεύτηκε από ολιγόλεπτη βροχή ρυζιού καρολίνα.  

 Ακολούθησαν οι μπομπονιέρες που αποτελούνταν από μπουκαλάκια κρασί με την επωνυμία του πεθερού καθώς και κουφέτα με αμύγδαλο. Τα όργανα έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και τα μπαμ μπουμ μετέτρεψαν την μικρή πλατεία σε πόλεμο του '40. Στο φιλί του ζευγαριού έσκασαν και μίνι πυροτεχνήματα τα οποία απελευθέρωσαν ερυθρόλευκες, γυαλιστερές καρδιές στον αέρα. Μετά από την υπερβολική δόση χριστιανισμού, πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Να τους ζήσουν.



2 Ιουνίου 2014

Καλλιθέα - Πετράλωνα

Δύο στάσεις.
Μπαίνω, βρίσκω θέση ανάμεσα στον γκριζαρισμένο κύριο και το σπασμένο τζάμι. Στη διπλανή τετράδα θέσεων κάθονται τρεις ηλικιωμένες κυρίες, οι δύο φίλες, η άλλη χαζεύει τη θέα των πολυκατοικιών. Ακούγεται ο ήχος κλεισίματος των θυρών, το τραίνο ξεκινά τον άρρυθμο τραμπαλισμό. 

Από το βάθος του βαγονιού ακούγεται ένα εξαντλημένο ακορντεόν που πασχίζει να παίξει τη μελωδία του θρυλικού νονού, ενώ ταυτόχρονα στηρίζει το βάρος του στους ώμους ενός νέου. Δίπλα του μία σκελετωμένη κυρία με ένα μωρό στην αγκαλιά προβάλει τη μαραζωμένη χούφτα της για βοήθεια στους επιβάτες. 

Η μελωδία πλησιάζει ως την άκρη των λοβών μας και η κοπέλα στέκεται δίπλα μας, δίπλα στην κάθε τετράδα απαρχαιωμένων καθισμάτων.
"Ήμουν εδώ το πρωί" , λέει η μία από τις  φίλες, "και πάλι μου ζήτησες λεφτά. Τι το ταλαιπωρείς το μωρό; δεν το σκέφτεσαι καθόλου, το μόνο που σε νοιάζει είναι να βγάλεις το μεροκάματο", ενώ ταυτόχρονα μαζεύει την τσάντα στο στήθος της και σφίγγει τα χείλη τόσο, που οι ρυτίδες δημιουργούν έναν παγωμένο καταρράκτη κάτω από τα ζυγωματικά της.
"Δωσ' μου εσύ λεφτά να το ταΐσω" , ανταπαντά σε σπαστά ελληνικά εκείνη.
"Να κάτσεις σπίτι σου, ν' αφήσεις τον άλλον να γυρνάει για το μεροκάματο", λέει η γηραιά κυρία, "ή μάλλον καλύτερα, να πας από 'κει που 'ρθες. Από εκεί που μας κουβαλήθηκες , εκεί να ξαναγυρίσεις".
"Και που ξέρεις αν μπορώ εγώ να γυρίσω πάλι πίσω;" αντιγυρίζει η νεαρή σχεδόν κλαίγοντας κι εξαφανίζεται στην επόμενη στάση.

Η τρίτη από τις κυρίες, με τα μαύρα αραιωμένα μαλλιά που τόση ώρα άκουγε χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα της από το αστικό τοπίο, ξαφνικά τσιμπήθηκε και γυρίζοντας το κεφάλι της ανφάς, πήρε θέση:
"Γιατί το έκανες έτσι το κορίτσι; ναι, μπορεί να είναι άσχημο αυτό που κάνει στο μωρό, αλλά δεν έχεις το δικαίωμα να της πεις τι να κάνει και που να πάει"
"Φυσικά και έχω το δικαίωμα. Είμαι Ελληνίδα και τον πονάω τον τόπο μου που έχει βρωμίσει με όλους αυτούς που έρχονται και ζητιανεύουν και κλέβουν".
"Ξέρεις πόσα εκατομμύρια έλληνες είναι στο εξωτερικό; Δέκα εκατομμύρια, ΔΕΚΑ. Μία Ελλάδα ολόκληρη. Κι όσον αφορά τα εγκλήματα, δυο φορές κλέβουν οι ξένοι και τρεις οι Έλληνες, δεν είμαστε άγγελοι ούτε εμείς".
"Έχω πάει εγώ στο εξωτερικό, τι με πέρασες; Δεν ήταν έτσι κυρά μου όπως εδώ", απάντησε αναψοκοκκινισμένη, σχεδόν ουρλιάζοντας η άλλη, ενώ η φίλη της που τόση ώρα παρέμενε αμέτοχη, προσπαθούσε σιωπηλά να την καλμάρει. 
"Με μία εβδομάδα και δύο, κανείς δεν καταλαβαίνει το συστημα μιας χώρας", απαντά πάντα με σταθερή φωνή η μελαχρινή κυρία.

Οι θύρες άνοιξαν γι' ακόμη μια φορά, πετάχτηκα έξω την τελευταία στιγμή στην έξοδο του προορισμού μου.
Δύο στάσεις. 

 

22 Μαΐου 2014

Ετεροδημότες.

Πήρα την τεράστια βαλίτσα με τα βιολέ λουλούδια, εκείνη που θυμίζει οχτάχρονη πριγκίπισσα δημοτικού και χωρίς περιεχόμενο την κουβάλησα μέχρι τα κτελ. Το σαββατοκύριακο θα είχε τριπλό χαρακτήρα, να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα, να δω τους φίλους και την οικογένειά μου και φεύγοντας να κουβαλήσω ένα ποσοστό από τα παρατημένα στο πατρικό μπογαλάκια μου. Υπήρχε μια διάχυτη ανησυχία στο σταθμό, φωνές ήπιων ντεσιμπέλ γέμιζαν την ατμόσφαιρα και ποικιλόμορφα σακίδια στόλιζαν το φθαρμένο δάπεδο. Ανάμεσά τους άνθρωποι με καρτελάκια στο πέτο, αντιπρόσωποι κομμάτων χαμογελούσαν σε μια προσπάθεια να κρύψουν - ανεπιτυχώς - την ορθοστατική τους κούραση. 

Κατά τις επτά το απόγευμα το το τσούρμο των εξηνταπέντε συντοπιτών επιβιβάστηκε στο λεωφορείο. Τα κλιματιστικά μπήκαν μονομιάς σε λειτουργία - ναι, είχαμε και στο χωριό μας κλιματιστικό - και μέσα σε λίγα λεπτά η θερμοκρασία έπεσε σε βαθμούς που θα ζήλευε και πολική αρκούδα . Βόλεψα τα νεοαποκτηθέντα κιλά μου όπως όπως στο κάθισμα κι έβγαλα από την τσάντα το κιτρινισμένο βιβλίο μου με σκοπό να περάσω τις επόμενες 3 χαμένες από τη ζωή μου ώρες όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Πριν καλά καλά φτάσω στη δεύτερη σελίδα, να σου η Στανίση να χαιρετά από τα ηχεία. Λογικό, σκέφτηκα, ο οδηγός είναι όλη μέρα στο δρόμο και θέλει μουσική, τώρα το τι επιλέγει.. γούστα είπε ο πίθηκος κι έφαγε το σαπούνι. Μπήκα σε διαδικασία απομόνωσης εξωτερικού ήχου, τεχνική καλά εξασκημένη από εποχές σχολείου: συγκεντρωνόμαστε σε εκείνο το μονότονο και συνεχόμενο ήχο που μας ενοχλεί και νοητά ελαττώνουμε την έντασή του μέχρι να εξαφανιστεί (δεν είναι ν' απορεί κανείς λοιπόν γιατί δεν έχω ιδέα από γεωγραφία και ιστορία). Αφού πάτησα διαγραφή σε όλους τους λαϊκούς τροβαδούρους που έκαναν παρέλαση πάνω απ' τα κεφάλια μας, αφοσιώθηκα και πάλι στη Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ. Για τα επόμενα δύο λεπτά τουλάχιστον.

Την σκυτάλη πήραν κινητά όλων των εταιριών που ειδοποιούσαν όσο πιο δυνατά μπορούν τους κατόχους τους τραγουδώντας από Θώδη μέχρι Karma Police. Οι δε χειριστές τους απαντούσαν με άνεση οικείου χώρου και φωνή ντελάλη, σαν να ενδιέφερε και τους υπόλοιπους για το Νικολάκη που παρουσιάστηκε πρόσφατα κι έχει ήδη μαζέψει δέκα μέρες φυλακή γιατί ο λοχαγός του δεν τον πάει μία.

Κάπου εκεί έκλεισα τον Κέρουακ κι ακολουθώντας το παράδειγμα τον περισσοτέρων γύρω μου, έκανα σκορ ρεκόρ σε όλα τα εγκατεστημένα παιχνίδια του κινητού χαρίζοντας άφθονα πιου πιου και μπλικ μπλικ στο λεωφορειολαό, ελέγχοντας όμως τακτικά την ώρα μην τυχόν φτάσουμε και δεν το αντιληφθώ εγκαίρως, για να γιορτάσω το πέρας της αεργίας.

12 Μαΐου 2014

ὄναρ

Είμαι σε μια σφαίρα, βλέπω τα πάντα γύρω μου, ανθρώπους στην καθημερινότητά τους, στην ευτυχία και στην οργή τους, στα ψέματα και στις αλήθειες τους. Παίρνω τις βιαστικές τους κρίσεις, τις ζυγίζω μαζί με τα βαθύτερα αίτιά τους ενώ ταυτόχρονα υπολογίζω και ποσοστά λάθους για εκείνα που κρύβονται πίσω από τις αντανακλάσεις του φωτός στο διάφανο και λείο περίβλημά μου. Είμαι σ' εκείνη τη σφαίρα, αναθεωρώ γνώμες κι εκφράζω συγγνώμες για τα επιπόλαια συμπεράσματα που αποδεικνύονται αβάσιμα, προσπαθώ να καταλάβω τις πράξεις των άλλων

κι αίφνης

κάποιος μυρίζει την παρουσία μου, εντοπίζει τη διάφανη φούσκα μου, έρχεται κοντά μου, παρατηρεί την παραμορφωμενη λόγω της σφαιρικής επιφάνειας εικόνα μου και ξεσπά σε χάχανα, χάχανα που δυναμώνουν και γίνονται γέλια, σπαρακτικά γέλια, αντηχούν παντού, σε όλο το χωρό, σταματούν κι άλλοι να δουν, το ντόμινο του εξευτελισμού τίθεται σε λειτουργία, όλο και περισσότεροι με δείχνουν και κλαίνε με στόματα ανοιχτά, με σφραγίσματα σε κοινή θέα, κρατούν τις κοιλιές τους, γελούν με το διογκομένο μου πρόσωπο, με την αφηρημένη, υπερρεαλιστική μου εικόνα, σπάνε με αόρατες καρφίτσες τη στρογγυλεμένη μου ασπίδα κι εγώ δεν αλλάζω, παραμένω αλλόκοτη, κι αυτοί γελούν ακόμα πιο δυνατά, πιο δυνατά γι' αυτό που φαίνομαι χωρίς να με ανοίξουν να δουν αυτό που είμαι.


28 Φεβρουαρίου 2014

Άσπρο/Μαύρο.

Τις μέρες εκείνες που ξυπνάς οικειοθελώς γιατί το μυαλό χόρτασε όνειρα και το σώμα ακινησία, ο χρόνος αντεπιτίθεται με τρέξιμο, αλλάζει τη ροή του σε καταρράκτη κι αποδεικνύει περίτρανα ότι κάθε όμορφο ρουφιέται γρήγορα και μερικές φορές πληρώνεται με εκείνο που δεν περιμένεις, όμως αν το καλοσκεφτείς ίσως και το μαύρο να υπάρχει για να φαίνεται πιο φωτεινό το άσπρο γιατί αλλιώς θα γινόντουσαν τα πάντα μια συνήθεια, σαν κατακτήσεις που έπαψαν να εκτιμούνται και εγκολπώθηκαν στην καθημερινότητα, έτσι λοιπόν και οι βρώμικες κάλτσες αποτελούν το ισοζύγιο της τύχης του να ξυπνάς το πρωί και να αντικρίζεις δίπλα σου αυτόν που θες.

25 Φεβρουαρίου 2014

σκέψεις.

Είναι εκείνη η σκέψη, χωμένη καιρό τώρα
στο μυαλό μου, 
σαν στόχος άγρυπνος, αόρατος, άπιαστος
σκέψη, χρώμα που ανακατεύεται χρόνια σε παλέτα
για να αποκτήσει χροιά ιδιάζουσα,
με νόημα ή χωρίς, εκεί θρονιασμένη,
φυσάει - δε φεύγει,
κοιμάμαι και παίρνει μορφή.



24 Φεβρουαρίου 2014

Ποικιλομορφία.

Λίγα άτομα στο βαγόνι, επιλέγω την πιο απομακρυσμένη θέση, δίπλα στο ραγισμένο παράθυρο. Θέλω να είμαι άνετα, να βολέψω εμένα, το υπερφορτωμένο με βιβλία αγγλικών σακίδιό μου και να διαβάσω ανενόχλητη το βιβλίο μου - η διαδρομή στο εσωτερικό της πόλης άλλωστε ισοδυναμεί με μίνι ταξίδι, με το γύρο ενός μικρού αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Παίρνω στα χέρια μου το "Περί ηρώων και τάφων" του Σάμπατο και βυθίζομαι στις ιστορικές και λογοτεχνικές περιγραφές αποκόπτοντας τη συνειδητή μου παρουσία από το χώρο που με περιβάλλει. 
Μέχρι το Μοσχάτο. 
Γέλια, φωνές και εύθυμα ουρλιαχτά με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Πριν προλάβω να ξυπνήσω, μια ομάδα περίπου δέκα νέων εισβάλουν στο βαγόνι. Το τραίνο αναχωρεί από το σταθμό και οι νέοι, σαν συντονισμένοι από άηχο πυρ αρχίζουν να τραγουδούν ένα τραγούδι ξενιτιάς, όλοι μαζί, σαν σε παράσταση. Άτομα διαφορετικών εθνικοτήτων και χρωμάτων, σχεδόν αγκαλιασμένοι, ενώνουν τις νότες των φωνητικών τους χορδών προσπαθώντας να περάσουν το μήνυμά τους μέσω της χαράς. Μετά το ελληνικό παραδοσιακό άσμα, τραγουδούν κι άλλο, σε άλλη γλώσσα τελείως διαφορετική από εκείνες που μας είναι οικείες, πάλι το ίδιο εύθυμα, το ίδιο δυνατά.
Ένα ξανθό παλικάρι αρχίζει να μοιράζει χαρτάκια που αποτελούν γραπτή ενημέρωση της συγκεκριμένης κίνησης. Αναφέρουν ότι μέσω του τραγουδιού θέλουν να υπερασπιστούν την πολυπολιτισμική ποικιλομορφία της κοινωνίας και να εναντιωθούν στη βαρβαρότητα και το φασισμό. Κοιτάζω τους δύο κύριους απέναντί μου. Ο ένας το διαβάζει το απόκομμα, το φυλάει στην τσέπη του και στο τέλος χειροκροτεί και επευφημεί την ομάδα. Ο δεύτερος, ο τύπος με το ριγέ κοστούμι, το δερμάτινο χαρτοφύλακα και τα ακινητοποιημένα από το ζελέ μαλλιά, το τσαλακώνει και το στριμώχνει στη μικροσκοπική τσεπούλα του σακακιού, ενώ συνεχίζει να ασχολείται με το τελευταίας τεχνολογίας κινητό του κατεβάζοντας αόρατες παρωπίδες.
Φτάνουμε στην επόμενη στάση και μόλις οι πόρτες ανοίγουν η ομάδα πετάγεται έξω με προορισμό ένα νέο βαγόνι. Μένουμε μόνοι, οι αρχικοί επιβάτες, με τη ματιά ελεύθερη να ανιχνεύσει οποιαδήποτε συναίσθημα στα πρόσωπα των υπολοίπων. Κάποιοι χαμογελούν μόνοι τους, άλλοι έχουν εκείνο το υγρό βλέμμα των πολύ γερασμένων ανθρώπων κι άλλοι συνεχίζουν ακάθεκτοι να αδιαφορούν σαν το συμβάν να μη τους αφορούσε περισσότερο από μία σεισμική δόνηση στο Μπουένος Άιρες. 
Κι έτσι είναι λογικό. Το γεγονός ότι ζούμε και υπάρχουμε στην ίδια κοινωνία δε σημαίνει πως ενώνει και τις πεποιθήσεις μας. Καθένας έχει τα βιώματά του, τις αξίες του και τα πιστεύω του. Με αυτά μεγάλωσε, με αυτά πορεύεται, κάνει τις επιλογές του και ζει.  Είναι εκείνοι που πιστεύουν στην ισότητα και οι άλλοι που πιστεύουν πιο πολύ στη Στικούδη. Απλά για εμένα οι δεύτεροι είναι κάπως, πως να το πω κομψά, λίγο ζώα. Κι αυτή είναι η ταπεινή μου γνώμη.



11 Φεβρουαρίου 2014

Αναρρωτική.

Κάθομαι σ' εκείνη την ασύμβατη με το χώρο καρέκλα, αγκαλιά με τη μαλακή κουβέρτα. Δε θα πάω στο "εργοστάσιο" σήμερα κι αν και άρρωστη, η απόφαση κρύβει μέσα της ψήγματα χαράς. Τυλίγω το γδαρμένο από τις λέξεις λαιμό μου, τον τυλίγω με φροντίδα σαν παιδί χτυπημένο και του δίνω ζεστά για να συνέλθει. Σκέφτομαι το σχολείο, την αγωνία της γρίπης προκειμένου ν' αποφύγω το τότε εργασιακό οχτάωρο, ένας σαραντάρης πυρετός ως έξοδος κινδύνου από την ανία. Τώρα θα πήγαινα σχολείο, τώρα θα το προτιμούσα. Θα ξεφορτωνόμουν τις αυτοματοποιημένες απαντήσεις μου κι αν δε μου άρεσαν αυτά που άκουγα, θα άφηνα το μυαλό μου να πετάξει. Μεγαλώνοντας όλοι αναθρέφουμε ένα Μερσώ μέσα μας, συνηθίζουμε, βολευόμαστε και ελαττώνουμε τις αντιδράσεις μας. Όχι εγώ όμως, όχι σήμερα. Σήμερα είμαι άρρωστη και θα μείνω σπίτι με το έτσι θέλω μου. Γιατί -νομίζω- ότι μπορώ.

24 Ιανουαρίου 2014

Χρώμα.


Πάνε δύο μήνες τώρα, δύο μήνες που προσπαθούμε να σουλουπώσουμε αυτό το παμπάλαιο, μικρό δυαράκι μας. Ντυθήκαμε μπογιατζήδες και βάψαμε με χρώμα το μαζί μας. Τσακωθήκαμε πάνω από σωρούς παλαιολιθικών εντύπων και κυλιστήκαμε στο πάτωμα δακρύζοντας απ' τα γέλια. Αφήσαμε μπαλώματα στους τοίχους και συνδυάσαμε τις 83 αποχρώσεις του καφέ σ' έναν μόνο χώρο.  Χτίσαμε συρταριέρες  ΙΚΕΑ σε λιγότερο από 44 ώρες. Είμαστε οι Σιμς και αναβαθμίζουμε τη ζωή μας, λέει εκείνος. Είμαστε εμείς και αναβαθμίζουμε το παρόν μας, λέω εγώ. Και συνεχίζουμε να κάνουμε σχέδια υπολογίζοντας ο ένας τις ανάγκες του άλλου, και οι δυο μαζί την τσέπη μας.


16 Ιανουαρίου 2014

Βίοι Παράλληλοι.


Στο δρόμο για το σπίτι την ημέρα εκείνη συνάντησα κλωστές πολύχρωμες αδερφή μου και θυμήθηκα την αλλοτινή ζωή μας, τότε που ήμασταν δεμένες με σπάγκους στα χρώματα του ουράνιου τόξου, για τους άλλους πλήρεις μες στην κοιλιά της πανδαισίας και για το μέσα μας φυλακισμένες.
Όταν εμφανίστηκαν οι ιππότες με τα σταράκια αδερφή μου, ξυπνήσαμε από τη θολότητα της ψευδαίσθησης, θυμάσαι; Τώρα στον υπόνομο κατευθυνόμαστε προς τη χώρα των θαυμάτων, σαν σύγχρονες Αλίκες, βουλώνουμε τα αυτιά μας, κλείνουμε τις μύτες μας και χαμογελάμε απροσποίητα στα κουνέλια που μας συντροφεύουν. Τα κλειδιά δε θα τα βρούμε όλα αλλά θα ζήσουμε με τις επιλογές μας.



19 Δεκεμβρίου 2013

Γερνάω μαμά.



Δεύτερο Σάββατο του Δεκέμβρη. Η μέρα ξεκίνησε μουντή αλλά μου παραχώρησε το προνόμιο της ηλιοφάνειας λόγω των επερχόμενων γενεθλίων. Βούτηξα τη φωτογραφική μου μηχανή που ακούει στο όνομα Φούλα και ξεχυθήκαμε αγκαλιασμένες στο κέντρο του θορύβου και της ανισότητας, στο κέντρο της Αθήνας.Προσπαθούσα μανιωδώς να αποτυπώσω αντιφάσεις, αδέξια μάλλον, μέσα στη μνήμη που βρισκόταν στα σωθικά της φίλης μου:
Από τη μία, ανθρώπους χαμογελαστούς στα λιγοστά πάρκα και στις πλατείες, χαχανητά στο κέντρο πολύχρωμων κάδρων,  κι από την άλλη τα ξεθωριασμένα κτήρια που θρηνούσαν την χαμένη τους αίγλη και τους ρημαγμένους δρόμους.

Όταν πια είχα χορτάσει εικόνες, κούραση και κρύο, επέστρεψα στη ζεστασιά του θερμοπομπού μου. Εντούτοις η μέρα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Ο Θ.Σ. , του οποίου το βλέμμα παρέπεμπε σε αινίγματα ανθολογίου δευτέρας δημοτικού, μου ανακοίνωσε περιχαρής ότι το βράδυ θα γιορτάζαμε την ανάπτυξη των άσπρων τριχών μου σε κάποιο μεζεδοπωλείο της περιοχής. Φορέσαμε λοιπόν τα επίσημά μας και παρφουμαρισμένοι καβαλήσαμε τον ηλικιωμένο, τετράτροχο Μπόμπο. Φτάσαμε σε λιγότερο από 10 λεπτά, μιας και ο προορισμός δεν απείχε πολύ από το σπίτι, και δίνωντας το όνομα/σικρετ πασγουορντ, οδηγηθήκαμε στο τραπέζι μας, όπου

όπου βρισκόντουσαν όλοι. Η από γεννησιμιού κολλητή μου, ένας ακροβάτης και μία κοκκόνα από τη μακρινή συμπρωτεύουσα, η υπεύθυνη διακόσμησης λατρεμένη Φρικολολίτα, ένας γλυκούλης Ιγνάτιος Ντάλτον, το Κρητικό Κογιότ, η γραφίστρια με τα Παιδικά Παπούτσια και ο Βασιλιάς Υπέροχος, στολισμένοι με κωνικά παρτυ χατς και περιστοιχισμένοι από πολύχρωμα μπαλόνια σε παλ αποχρώσεις. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος ένας ροζ ποντικός με 185 κεράκια αναμμένα που αδημονούσαν να απαλλαχτούν από τις υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Ήταν όλοι εκεί για εμένα (και όχι για την ποικιλία κρεατικών)  και ήταν τα καλύτερα γενέθλια της μέχρι τώρα 23χρονης (γκουχου) ζωής μου. 



2 Δεκεμβρίου 2013

Δευτέρα.

Δευτέρα, η χειρότερη των εφτά ημερών, η μέρα που συχνά φαντάζομαι σαν ένα παιδί που το κακομεταχειρίζονται χωρίς να φταίει και μεγαλώνοντας εκφράζει το συσσωρευμένο θυμό του σε ιθύνοντες και μη, Δευτέρα, η πρώτη εργάσιμη της εβδομάδας, να σηκωθώ, να πιω καφέ, να φύγω βιαστικά να στριμωχτώ στο μηχανικό ερπετό που τρέχει μέσα στην υπόγεια σήραγγα μαζί με άλλους πολλούς, να μοιράσουμε το οξυγόνο, να κοιτάξουμε ανέκφραστοι το κενό, να χαζέψουμε τις αντανακλάσεις μας στα τζάμια, να ισιώσουμε ακούσια τις φράντζες μας, να αποχωρήσουμε βιαστικοί για τη χώρα του ήλιου, Κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο, δε βρέχει τώρα, άδειασε ο ουρανός σκέφτομαι μετά τη βραδινή,βομβιστική επίθεση των σύννεφων και τα αλλεπάλληλα υδάτινα πυρά, θα πάρω όμως ομπρέλα - αν το θυμηθώ, Τι να φορέσω; έχω χαλάσει το σώμα μου και η χιονοστιβάδα λίπους δε δέχεται να στριμωχτεί στα περσινά μου ρούχα, δε νιώθω καλά, ούτε εγώ ούτε και το διάφραγμά μου που με τιμωρεί με σφάχτες, 8.50, να προλαβαίνω μία κούπα καφέ ακόμη πριν βασανίσω τον εαυτό μου πηγαίνοντας στην πρωινή δουλειά μου; θα κάνω υπομονή, θα πάω και στην απογευματινή δουλειά μου να ακούσω το Στάθη να μου μιλά για τη συνέχεια της ιστορίας του Ντράγκο που πήρε αποβολή την περασμένη εβδομάδα και δε μασάει, Φασαρία, η κυρία Αλτς Χάιμερ τσακώνεται γι' άλλη μια φορά με τον σκύλο της, τον φαντάζομαι να διαφωνεί με το κρέμασμα του κόκκινου, πασχαλινού αβγού έξω από την εξώπορτα αρχές Δεκεμβρίου, αλλά η ίδια δε δέχεται κριτική από κανέναν, πόσο μάλλον από έναν σκύλο, Δεκέμβρης, ήρθε ο χειμώνας και δε ζούμε και στα ορεινά να περιμένουμε το χιόνι, το καλοκαίρι φαντάζει τόσο μακρυά αλλά ο καιρός περνάει γρήγορα, του έχω εμπιστοσύνη, 9.00, ΣΉΚΩ.

5 Νοεμβρίου 2013

Αυτοί είμαστε (;)


Έβγαινα από το τέταρτο βαγόνι της ημέρας κι αντίκρισα έναν πανικό αφύσικο, διαφορετικό από εκείνον τον "μπες γρήγορα στο τραίνο γιατί το επόμενο φθάνει σε τρία λεπτά και μέχρι τότε μπορεί να 'χω πεθάνει και να καθυστερώ στη δουλειά μου εις τους αιώνας των αιώνων". Κάποιος ψηλός βροντόφωνος ωρυόταν και κατηγορούσε κάποιον πρόεδρο ότι κάτι πληρώνει. Αφού τεκμηρίωσε χρησιμοποιώντας όλα τα ντεσιμπελ που είχε στη διάθεσή του, ένα παιδί ξεπρόβαλε πίσω από το τοίχος συνομηλίκων του και με όλο το θάρρος της προστασίας που οι υπόλοιποι δεκάχρονοι του παρείχαν,ανταπάντησε με σθένος. Ήταν γεγονός. Όλος εκείνος ο λαός είχε κοντοσταθεί στην έξοδο για Συγγρού-Φιξ με σκοπό να παρακολουθήσει τον καυγά του πενηνταβάλε με το παιδί σε ηλικία προπαίδεια του 8 για το ποδόσφαιρο.
Βρίσκοντας το δρόμο προς τις κυλιόμενες στάθηκα δίπλα σε έναν νέο που κουνώντας απαξιωτικά το κεφάλι μου είπε: 
"60 χρονών μαλάκας και τσακώνεται με το νιάνιαρο για τις ομάδες. Αυτοί είμαστε. Η επανάσταση μας μάρανε. Πρετεντέρης και πολύς μας πέφτει". 

23 Οκτωβρίου 2013

Μια φορά κι έναν καιρό..

..ήταν ένας Ακροβάτης που πέρναγε την ώρα του περπατώντας σε σχοινιά, καλώδια και τεντωμένα σύρματα κάθε είδους. Φίλους δεν είχε, εξόν από μια Κίχλη που έκοβε κατά καιρούς Παντζάρια, πετούσε ως τον ώμο του, έκλεινε τα λαμπερά φτερά της και τον τάιζε στο στόμα. 

Αίφνης μια μέρα,
 -μια μέρα που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι θλιβερή, βροχερή μουντή και μαύρη για λόγους τραγικότητας αφήγησης και που δεν ήταν παρά ηλιόλουστη και καλοσυνάτη-
ο περί ου ο λόγος μοναχικός μας τύπος έκπληκτος ανακάλυψε ότι είχε χάσει την ισορροπία του! Αυτός που ζούσε μες στα σύννεφα και γνώριζε τα φυλλώματα των δέντρων καλύτερα κι από τα σοκάκια της γειτονιάς του, είχε εγκαταλειφθεί σύξυλος από την πιο χαρακτηριστική του ιδιότητα.

Δεν το έβαλε όμως κάτω. Αρχικά στράφηκε στην παλιά δοκιμασμένη μέθοδο της προπόνησης αλλά μετά από τρία σπασμένα πόδια, πέντε ραγισμένες κλείδες και οχτώ αχρηστευμένα χέρια αποφάσισε να καταφύγει σε άλλου είδους τεχνάσματα. Έτσι αγγάρεψε μια δολοφόνο, γνωστή στους ευρύτερους κύκλους και ως Κίλλερ, να του πετά μαχαίρια όσο αυτός θα επιχειρούσε να διασχίσει το τεντωμένο σχοινί, με την ελπίδα ότι ο φόβος και ο τρόμος θα τον επανέφεραν στην αρχική του κατάσταση. Ούτε όμως κι αυτό το εγχείρημα απέβη αποτελεσματικό, το αντίθετο μάλιστα, αφού ο  φίλος μας εκτός από αστάθεια βρέθηκε να έχει και ιπταμενομαχαιροφοβία.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε μπροστά του ο επανωμηχανης θεός, ένα Υπέροχο πλάσμα με σώμα λιονταριού, μυαλό κουκουβάγιας, αμφίεση τραβόλτα και πιστή του σύντροφο μια καβασάκι 600.
Σταμάτησε μπροστά από το δέντρο στο οποίο ο ακροβάτης είχε γύρει κι έκλαιγε απαρηγόρητος τη μοίρα του σηκώνοντας τρεισήμισι σύννεφα σκόνης και τριαντα-τρία πετραδάκια στον αέρα που προτίμησαν να πετάξουν από το να προσεδαφιστούν ξανά, άπλωσε το χέρι του και του έδειξε σκίτσα από τον κόσμο που δε γνώριζε, τον επίγειο. Του έδειξε Μπαζνολούλουδα πιτσιλισμένα με σταγόνες μπλε πλαστικού χρώματος, του έδειξε τη γυναίκα μόδιστρο με τα Κόκκινα Χείλη, τα Παιδικά Λευκά Παπουτσάκια σε πορτοκαλί φόντο και τέλος μια όμορφη μονόφθαλμη χαμογελαστή κοπέλα που τραγούδησε στ' αυτιά του τσιριχτά ΛΟΛ. Ο Υπέροχος πήρε πίσω τις ζωγραφιές του, του έκλεισε το μάτι, καβάλησε τη μηχανή του κι εξαφανίστηκε (φήμες λένε ότι εκείνη τη μέρα ήταν βραδινός και είχε ήδη καθυστερήσει να χτυπήσει κάρτα στην εταιρεία του).

Μετά από αυτό ο Ακροβάτης έβγαλε τα μαύρα, εύκαμπτα παπούτσια του, χαιρέτισε τον ουρανό και κατευθύνθηκε προς το Λευκό του Πύργο. Τώρα πια ήξερε. Τι; Δε μένει παρά να ρωτήσουμε τον ίδιο.




20 Οκτωβρίου 2013

Εργασία και χαρά, μέρος δεύτερο.








Παιδιά. Ναι, εκείνα που φαντάζεσαι. Με την πολυλογία, την υπερκινητικότητα, τις ατέλειωτες ερωτήσεις.Μία τάξη, μία δασκάλα, ένας μαγικός πίνακας, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και γύρω του λιλιπούτειοι σύνεδροι με πολύχρωμες κασετίνες και ευφάνταστες ξύστρες. "Κυρία", "miss", "teacher", "μαμά", ακούω σε όλα.

Παιδιά. Που τραγουδούν μες στην τάξη χρησιμοποιώντας αυτοδημιούργητες λέξεις, που η αγωνία τους περιορίζεται στο πως θα καταφέρουν να τεμαχίσουν μία γόμα με το χάρακα, που θα σκάσουν αν δε σου περιγράψουν τον καλύτερό τους φίλο. Έρχονται χοροπηδώντας στην τάξη, διαφωνούν για τα μαθήματα επιχειρηματολογώντας κατά κόρον με τη φράση "μα αφού είναι χαζομάρα!", απλώνουν όλη την πραμάτεια τους, ρίχνουν, χάνουν , βρίσκουν αντικείμενα, αλληλοκατηγορούνται κι αγκαλιάζονται, απορροφούν γνώση. 

Παιδιά. Διαφορετικών βιοτικών επιπέδων, φορείς οικογενειακών προβλημάτων, χαρούμενα και προβληματισμένα. Η Ηρώ που έχασε τον πατέρα της πέρυσι τα Χριστούγεννα, ο Κώστας που έχει πατέρα ναυτικό και τον βλέπει δύο φορές το χρόνο, η Μαριλού της οποίας η μητέρα δουλεύει τα απογεύματα και κάθε φορά πριν μπει στην τάξη κλαίει γιατί της λείπει, η Άρτεμις που από τότε που χώρισαν οι δικοί της χάνεται συχνά στις σκέψεις της, ο Θοδωρής που παραδέχεται ευθαρσώς ότι δεν αγαπά το μικρό του αδερφάκι γιατί απλούστατα δεν καταλαβαίνει τίποτα. 

Παιδιά. Ενθουσιάζονται με ένα τραγούδι, με τα έντονα χρώματα, με ένα υποτυπώδες παιχνίδι, με τη βραχυπρόθεσμη κατάκτηση ενός στόχου, με τα αυτοκόλλητα, με τα μαλλιά και τα ρούχα της κυρίας τους, με τα μηχανικά μολύβια, με εκείνες τις σύγχρονες σβούρες των οποίων το όνομα μου διαφεύγει. 

Παιδιά. Μου.

1 Οκτωβρίου 2013

Εργασία και χαρά, μέρος πρώτο.

8 η ώρα με ξυπνάει και σηκώνομαι κατά κανόνα, ένα εικοσάλεπτο αργότερα. Καφές καραβίσιος με χλιαρό νερό, ανώδυνα ερεθίσματα με επιτομή το καντι κρας. Χαλαρές κινήσεις και ακούσιες συγκρούσεις με τον τοίχο (σε 10 χρόνια θα χρειαστώ καινούρια μικρά δαχτυλάκια ποδιών). Ησυχία ή ράδιο, ανάλογα με τις ορέξεις. Ντουζ ντύσιμο και εγκατάλειψη οικίας στις 9,20 με εφόδια ένα βιβλίο κι ένα μπουκαλάκι νερό.
  




Πρωινή δουλειά.
Το πρωί μεταφέρω αλυσιδωτά την πίεση από πάνω μου στους ανυποψίαστους, αγενείς, αγχωμένους δέκτες των τηλεφωνημάτων μου. Κάποιος είχε πει ότι αυτή είναι από τις χειρότερες δουλειές του κόσμου -αυτός ο κάποιος είμαι εγώ. Εγκατέλειψε σταχτοπούτα το πατατράκ σου ορφανό μετά τις όποιες βωμολοχίες και προχώρα παρακάτω ευδιάθετη, έχεις ένα στόχο να πιάσεις. 

Και μέσα στα 736.298 ντεσιμπέλ μία τριάδα ανθρώπων που μ΄ έβαλαν στην ομάδα τους επειδή είμαι δροσιά, όπως χαρακτηριστικά λένε. Η ομάδα του "δες το αλλιώς", κάνε τη δουλειά σου με χιούμορ και φεύγοντας άσε στην είσοδο του κτηρίου όποια αρνητική σκέψη. Η ομάδα που μου δείχνει αστείες φωτογραφίες στο κινητό και μου γυρνάει την καρέκλα 360 μοίρες, που με πνίγει με τα καλώδιά μου όταν με παίρνει από κάτω. Που σχολιάζει τα τερτίπια των υψηλά ιστάμενων συνωμοτικά. Που πιέζει τις ώρες να περάσουν πιο γρήγορα. Ένας βόριος, 2 νότιοι κι εγώ. Η ομάδα. 

Δύο η ώρα, άσε τις χαιρετούρες, θα τους δεις κι αύριο.

6 Σεπτεμβρίου 2013

Αλληλούια.

Συνέντευξη υπ' αριθμόν 1.452.

Είχα κλείσει ραντεβού την ίδια μέρα το πρωί, ακυρώθηκε για τις 8 το βράδυ. Βγήκε το πρόγραμμά μου οφφ κι ένας πονοκέφαλος είχε αρχίσει να μου κάθεται στο σβέρκο. Ήμουν στο δρόμο από τις 10 το πρωί και θα συνέχιζα το τρέξιμο μέχρι τις 9, όπως είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται μετά τις αλλαγές.
Στην τηλεφωνική εταιρεία,  γνωστή και ως εργοστάσιο ανθρώπινου δυναμικού,  που θα χρησιμοποιούσα ως δικαιολογία για να μην κάθομαι τα πρωινά και θα ανταμειβόμουν γι' αυτό με χαρτζιλίκι, θα έγραφα τεστ. Άλλαξα τραίνο και κατευθύνθηκα προς τα εκεί. 
Μετά από 4 ώρες το κεφάλι μου ζύγιζε έναν τόνο. Διαδρομές επί διαδρομών καταλήγοντας σ' ένα high class καφέ, κουρασμένη και καταϊδρωμένη, μ' ένα βιβλίο του Κούντερα στο χέρι. Παρήγγειλα το γνωστό ότικάτσει καφέ κι άρχιζα να διαβάζω με τη συνοδεία dance μουσικής περιμένοντας το ρολόι να σημάνει την ογδόη μετά μεσημβρίας. Πονοκέφαλος και γκιλοτίνα πουθενά. 
Οι δείκτες του ρολογιού μου έκαναν τη χάρη και πήραν τη θέση που επιθυμούσα. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το φροντιστήριο σκεπτόμενη ότι το μαξιλάρι φάνταζε πιο κοντά από ποτέ.
Μπήκα μέσα στην κεντρική αίθουσα/ χολ. Ευθεία μπροστά, σ' ένα γραφείο η διευθύντρια μιλούσε στο τηλέφωνο. Δίπλα στην πόρτα μια γλυκιά γραμματέας μου πρότεινε να καθίσω να περιμένω εκεί. 
Πίσω από τη γραμματέα το ΔΕΟΣ.  Ένας τεράστιος πίνακας ο οποίος απεικόνιζε την Παναγία με το θείο βρέφος σε πραγματικές διαστάσεις. Από το μέγεθος του μωρού υπολόγιζα ότι θα ήταν τουλάχιστον 6 μηνών, η δε Παρθένος Μαρία ήταν μια γυναίκα ψηλή, γεματούλα και όχι πολύ ευχαριστημένη. Ίσως αυτό που τη βασάνιζε ήταν μια προαγωγή σε φόντο διευθύντριας. 
Κάτω από τον πίνακα με κόκκινα γράμματα στον τοίχο είχε γραφτεί "Είμαι εδώ για να σας εξυπηρετήσω". Σε ποιόν αναφερόταν; Στη γραμματέα; Κι αν ναι, γιατί είχε γραφτεί προσεκτικά ακριβώς κάτω από τον ογκώδη πίνακα; Μήπως αναφερόταν στην ταλαίπωρη μάνα με το μωρό αγκαλιά; Η΄μήπως και στις δύο;
Τον ειρμό των εποικοδομητικών μου σκέψεων διέκοψε η φωνή της αφεντικίνας που με καλούσε να πάω κοντά στην έδρα της για να με δει λίγο. Ήμουν όρθια δίπλα της και με ζύγιζε από πάνω μέχρι κάτω σχολιάζοντας το χαμόγελό μου. Προσπαθούσα να θυμηθώ τη θέση είχα γράψει ότι ζητούσα στο βιογραφικό. Η επόμενη ερώτηση αφορούσε το ζώδιό μου, μια πολύ λογική ερώτηση, sos για κάποια που αναζητεί δουλειά ως καθηγήτρια. "Και γιατί θέλεις να μείνεις εδώ;", συνέχισε η μελαχρινή, με σαρκώδη χείλη γυναίκα. "Μου αρέσει η περιοχή", απάντησα νιώθοντας άβολα με το ύφος της. Δε φάνηκε να πείθεται. Για να με εκπλήξει προφανώς μου έκανε μία ερώτηση σχετική με το δηλωθέν επάγγελμα και αγανακτισμένη από το τίποτα κατέληξε "Ωχ, βρε κοπέλα μου, άστο, δεν έχω χρόνο σήμερα, θα σε καλέσω άλλη στιγμή". Την ευχαρίστησα για το χρόνο της και κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας να ξεφύγω. Το κεφάλι μου χρειαζόταν κολάρο για να μείνει στη θέση του. 

Η τσουπωτή μητέρα δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεφύγει.  





26 Αυγούστου 2013

Η ζωή εδώ.

Εβδομάδα δεύτερη.

Στους δρόμους μιας πόλης διαφορετικής.
Σε πεζοδρόμια σπιλωμένα από πατημένες τσίχλες και πεθαμένα τσιγάρα.
Σε ανθρώπους ξένους που κρατούν τα χαμόγελα κρυμμένα σα θησαυρό πολύτιμο. 
Σε δέντρα βασανισμένα από τη διαφορετικότητά τους.
Σε πόρτες απροσπέλαστες.
Σε γκρεμισμένους τοίχους και τζαμαρίες άδειες.
Στην καθημερινότητα του άγχους.
Στα κρυμμένα μυστικά.
Στο κέντρο της καχυποψίας.

Στο φιλί της καλημέρας.